Πόσο κοστίζει η ψυχοθεραπεία και τι επηρεάζει την τιμή;
Η σκέψη να ξεκινήσει κάποιος ψυχοθεραπεία συνοδεύεται συνήθως από πολλά ερωτήματα. Πώς επιλέγω θεραπευτή; Τι θα συμβεί στην πρώτη συνεδρία; Πόσο συχνά χρειάζεται να πηγαίνω; Και, βέβαια, πόσο κοστίζει;
Η ερώτηση για το κόστος είναι απολύτως εύλογη. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι μια μεμονωμένη αγορά, αλλά μια διαδικασία που συνήθως χρειάζεται χρόνο, συνέπεια και σταθερή παρουσία. Χρειάζεται να βρει χώρο στο πρόγραμμά μας, στην καθημερινότητά μας, στον προϋπολογισμό μας, αλλά και μέσα μας.
Ίσως γι’ αυτό η συζήτηση για την τιμή της ψυχοθεραπείας είναι πιο σύνθετη από όσο φαίνεται.
Δεν αφορά μόνο το ποσό μιας συνεδρίας. Αφορά το τι πληρώνουμε όταν πληρώνουμε για θεραπεία, τι σημαίνει να διαθέτουμε χρήματα σε κάτι που δεν προσφέρει άμεσα και μετρήσιμα αποτελέσματα και κατά πόσο αυτή η επιλογή μπορεί να διατηρηθεί μέσα στην πραγματική ζωή ενός ανθρώπου.
Η ψυχοθεραπεία έχει πραγματικό κόστος
Η ψυχοθεραπεία έχει ένα πραγματικό οικονομικό κόστος και δεν χρειάζεται να το ωραιοποιούμε.
Για αρκετούς ανθρώπους, η εβδομαδιαία συνεδρία αποτελεί μια σημαντική δαπάνη. Μπορεί να χρειαστεί να αναδιοργανώσουν τον προϋπολογισμό τους, να περιορίσουν άλλα έξοδα ή να αναρωτηθούν αν μπορούν να διατηρήσουν αυτή τη δέσμευση για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η οικονομική δυνατότητα δεν είναι μια λεπτομέρεια έξω από τη θεραπεία. Είναι μέρος της ζωής του ανθρώπου, των υποχρεώσεων, των σχέσεων και των συνθηκών μέσα στις οποίες ζει.
Δεν βοηθά, επομένως, να παρουσιάζεται η ψυχοθεραπεία ως μια επιλογή που όλοι οφείλουν να κάνουν με κάθε κόστος. Ούτε να δημιουργείται η εντύπωση ότι όποιος δυσκολεύεται να ανταποκριθεί οικονομικά δεν δίνει αρκετή σημασία στην ψυχική του υγεία.
Οι άνθρωποι δεν ξεκινούν από την ίδια θέση. Έχουν διαφορετικές ευθύνες, ανάγκες και δυνατότητες. Η απόφαση να ξεκινήσει κάποιος θεραπεία δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένη από αυτή την πραγματικότητα.
Τι πληρώνουμε όταν πληρώνουμε μια συνεδρία;
Εξωτερικά, μια συνεδρία μπορεί να μοιάζει με μία ώρα συζήτησης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Η αμοιβή, όμως, δεν αφορά μόνο τον χρόνο που περνούν μαζί θεραπευτής και θεραπευόμενος.
Πίσω από τη θεραπευτική συνάντηση υπάρχει συνήθως μια πολυετής εκπαίδευση, κλινική πρακτική, προσωπική θεραπεία, εποπτεία και συνεχής μελέτη. Υπάρχει η ευθύνη να διατηρείται ένα σταθερό και ασφαλές πλαίσιο, η επεξεργασία όσων αναδύονται μέσα στις συνεδρίες και η αναγνώριση των ορίων της θεραπευτικής δουλειάς.
Υπάρχει, επίσης, μια συγκεκριμένη ώρα που παραμένει δεσμευμένη για έναν άνθρωπο. Ένας χώρος που χρειάζεται να προστατεύεται από διακοπές, αλλαγές και εξωτερικές παρεμβάσεις, ώστε να μπορεί να αποκτήσει συνέχεια.
Η αμοιβή μπορεί να επηρεάζεται από την εκπαίδευση και την εμπειρία του θεραπευτή, τη διάρκεια της συνεδρίας, το αν πρόκειται για ατομική, ομαδική, οικογενειακή θεραπεία ή θεραπεία ζεύγους, καθώς και από τις πρακτικές συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζεται κάθε επαγγελματίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια υψηλότερη τιμή αποτελεί εγγύηση καλύτερης θεραπείας.
Η ακριβότερη ψυχοθεραπεία δεν είναι απαραίτητα και η καταλληλότερη. Η τιμή μπορεί να μας δώσει ορισμένες πληροφορίες για την εκπαίδευση, την εμπειρία ή τις επαγγελματικές συνθήκες ενός θεραπευτή. Δεν μπορεί, όμως, να μας πει αν θα μπορέσουμε να αισθανθούμε ασφαλείς μαζί του, αν θα νιώσουμε ότι ακουγόμαστε και αν θα δημιουργηθεί μια σχέση μέσα στην οποία θα υπάρχει χώρος για αμφιβολία, διαφωνία και ειλικρίνεια.
Αυτά δεν αποτυπώνονται σε έναν τιμοκατάλογο.
Η ψυχοθεραπεία ως επένδυση
Η ψυχοθεραπεία περιγράφεται συχνά ως «επένδυση στον εαυτό».
Η φράση αυτή έχει νόημα, αρκεί να μη χρησιμοποιείται σαν εύκολο σύνθημα ή σαν τρόπος να παραβλέψουμε την πραγματική οικονομική δυσκολία που μπορεί να δημιουργεί.
Η θεραπεία δεν είναι μια επένδυση με προβλέψιμη απόδοση. Δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει από την αρχή πόσο θα διαρκέσει, πότε θα αρχίσει να αισθάνεται μια αλλαγή ή ποια μορφή θα πάρει αυτή η αλλαγή.
Δεν πληρώνουμε για να παραλάβουμε μια καινούρια, βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού μας.
Επενδύουμε, ίσως, στη δυνατότητα να σταθούμε απέναντι σε όσα έχουμε μάθει να προσπερνάμε. Να αναρωτηθούμε πώς δημιουργήθηκαν ορισμένα μοτίβα στη ζωή μας και γιατί, παρότι μας δυσκολεύουν, συνεχίζουμε να επιστρέφουμε σε αυτά.
Επενδύουμε στον χρόνο που χρειάζεται για να γίνει κάτι περισσότερο κατανοητό.
Σε μια σχέση μέσα στην οποία μια γνώριμη ιστορία μπορεί να ακουστεί διαφορετικά.
Στη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε ότι κάποιες αντιδράσεις που σήμερα μας περιορίζουν μπορεί κάποτε να μας προστάτευσαν. Ότι ο τρόπος με τον οποίο μάθαμε να σχετιζόμαστε δεν είναι ο μοναδικός δυνατός. Ότι μπορούμε σταδιακά να αποκτήσουμε μεγαλύτερη ελευθερία απέναντι σε όσα μέχρι σήμερα έμοιαζαν αυτονόητα ή αμετακίνητα.
Η αξία της θεραπείας δεν εμφανίζεται πάντα μέσα από μεγάλες και θεαματικές αλλαγές.
Μπορεί να φανεί σε μια στιγμή κατά την οποία κάποιος αναγνωρίζει την ανάγκη του πριν την ακυρώσει. Σε ένα όριο που μπορεί πλέον να θέσει χωρίς την ίδια ενοχή. Σε μια σύγκρουση που δεν οδηγεί αυτή τη φορά στην απόσυρση. Στην απόφαση να μη μείνει σε μια σχέση που τον πληγώνει ή να μη φύγει βιαστικά από μια σχέση που μπορεί να αντέξει τη δυσκολία.
Μπορεί να φανεί στον τρόπο με τον οποίο επιτρέπει στους άλλους να τον πλησιάσουν. Στον τρόπο με τον οποίο γίνεται σύντροφος, φίλος ή γονέας. Στο πώς φροντίζει το σώμα του, ακούει τα όριά του και αντιμετωπίζει τις αποτυχίες του.
Όσα επεξεργαζόμαστε στη θεραπεία δεν παραμένουν απαραίτητα μέσα στη θεραπευτική ώρα. Μεταφέρονται στις σχέσεις, στις αποφάσεις και στον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουμε στη ζωή μας.
Ίσως εκεί βρίσκεται η έννοια της επένδυσης.
Όχι στην υπόσχεση ότι δεν θα πονέσουμε ξανά, αλλά στη δυνατότητα να μη μένουμε πάντα μόνοι απέναντι σε αυτό που μας συμβαίνει. Όχι στην εξάλειψη κάθε δυσκολίας, αλλά στην καλλιέργεια περισσότερων τρόπων να τη συναντάμε.
Τα χρήματα μέσα στη θεραπευτική σχέση
Η συζήτηση για την αμοιβή μπορεί να προκαλεί αμηχανία.
Μπορεί να είναι δύσκολο να ρωτήσουμε πόσο κοστίζει η συνεδρία, αν υπάρχει δυνατότητα προσαρμοσμένης αμοιβής ή τι συμβαίνει όταν ακυρώνουμε. Μπορεί να φοβόμαστε ότι θα θεωρηθούμε αγενείς, απαιτητικοί ή ότι υποτιμάμε τη δουλειά του θεραπευτή.
Ωστόσο, η καθαρότητα γύρω από τα χρήματα είναι μέρος ενός ασφαλούς θεραπευτικού πλαισίου.
Πριν ξεκινήσουμε, χρειάζεται να γνωρίζουμε ποια είναι η αμοιβή, πόσο διαρκεί η συνεδρία, ποια συχνότητα προτείνεται, τι ισχύει στις ακυρώσεις και με ποιον τρόπο πραγματοποιείται η πληρωμή.
Είναι επίσης θεμιτό να ρωτήσουμε αν η αμοιβή ενδέχεται να αλλάξει στο μέλλον, αν υπάρχει κάποια δυνατότητα προσαρμοσμένου κόστους και τι μπορεί να συμβεί αν οι οικονομικές μας συνθήκες μεταβληθούν.
Δεν είναι βέβαιο ότι κάθε θεραπευτής θα μπορεί να μειώσει την αμοιβή του. Είναι, όμως, σημαντικό αυτή η συζήτηση να μπορεί να γίνει χωρίς ντροπή, υπεκφυγές ή ενοχοποίηση.
Άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε για τα χρήματα συνδέεται συχνά με πολύ περισσότερα από τα χρήματα.
Μπορεί να φέρει στην επιφάνεια το πόσο εύκολο είναι να ζητάμε, αν φοβόμαστε ότι θα απορριφθούμε, αν δυσκολευόμαστε να πούμε ότι κάτι δεν μας είναι πλέον εφικτό ή αν αισθανόμαστε ότι πρέπει να αποδεικνύουμε συνεχώς την αξία μας.
Με αυτή την έννοια, ακόμη και η οικονομική συμφωνία μπορεί να γίνει μέρος της θεραπευτικής σχέσης, αρκεί να αντιμετωπίζεται με ειλικρίνεια, σαφήνεια και σεβασμό.
Μια επιλογή που χρειάζεται να είναι βιώσιμη
Η ψυχοθεραπεία χρειάζεται χρόνο για να αποκτήσει συνέχεια και βάθος. Γι’ αυτό, πριν ξεκινήσουμε, ίσως δεν αρκεί να αναρωτηθούμε μόνο αν μπορούμε να πληρώσουμε την πρώτη συνεδρία.
Χρειάζεται να σκεφτούμε αν αυτή η επιλογή μπορεί να βρει μια σχετικά σταθερή θέση στη ζωή μας.
Μπορώ να υποστηρίξω οικονομικά μια σταθερή συχνότητα συνεδριών; Θα χρειάζεται κάθε μήνα να στερούμαι κάτι απαραίτητο ή να ζω με έντονη αγωνία για να συνεχίσω; Υπάρχει χώρος στο πρόγραμμά μου όχι μόνο για τη συνεδρία, αλλά και για όσα μπορεί να ανοίγονται μέσα από αυτή;
Μπορώ να δεσμευτώ σε μια συγκεκριμένη ημέρα και ώρα; Είναι εφικτή η μετακίνηση προς το γραφείο ή θα με εξυπηρετούσε περισσότερο η διαδικτυακή θεραπεία; Τι θα συμβεί αν αλλάξει η εργασία, το εισόδημα ή η καθημερινότητά μου;
Οι ερωτήσεις αυτές δεν χρειάζεται να απαντηθούν με απόλυτη βεβαιότητα. Η ζωή αλλάζει και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει όλες τις συνθήκες.
Μας βοηθούν, όμως, να σκεφτούμε τη θεραπεία όχι ως μια παρορμητική απόφαση της στιγμής, αλλά ως ένα πλαίσιο που χρειάζεται να μπορεί να διατηρηθεί.
Η βιωσιμότητα δεν σημαίνει ότι η θεραπεία θα είναι πάντοτε εύκολη ή ότι το κόστος της δεν θα γίνεται αισθητό. Σημαίνει ότι μπορεί να ενταχθεί στη ζωή χωρίς να μετατρέπεται η ίδια σε μια μόνιμη πηγή οικονομικής ανασφάλειας.
Ένα θεραπευτικό πλαίσιο δεν χρειάζεται να ξεκινά με την πίεση ότι πρέπει να συνεχιστεί με οποιοδήποτε κόστος. Χρειάζεται να μπορεί να χωρέσει στην πραγματική ζωή του ανθρώπου, χωρίς να αγνοεί τις ανάγκες, τις υποχρεώσεις και τα όριά του.
Ποια είναι τελικά η αξία της θεραπείας;
Η κατάλληλη ψυχοθεραπεία δεν είναι απαραίτητα η φθηνότερη ούτε η ακριβότερη.
Είναι εκείνη στην οποία η κατάρτιση του θεραπευτή, η ποιότητα της σχέσης, το πλαίσιο συνεργασίας και οι πραγματικές δυνατότητες του θεραπευόμενου μπορούν να συνυπάρξουν με τρόπο ουσιαστικό και βιώσιμο.
Μερικές φορές αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε έναν θεραπευτή με χαμηλότερη αμοιβή. Άλλες φορές ότι αναζητούμε μια θέση προσαρμοσμένου κόστους, μια θεραπευτική ομάδα ή κάποια δημόσια ή κοινοτική υπηρεσία. Μπορεί επίσης να σημαίνει ότι αυτή η περίοδος δεν επιτρέπει ακόμη την έναρξη μιας σταθερής θεραπευτικής διαδικασίας.
Καμία από αυτές τις επιλογές δεν καθορίζει το πόσο σοβαρά παίρνουμε τον εαυτό μας.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να γίνει μια ουσιαστική επένδυση, όχι επειδή υπόσχεται να λύσει τη ζωή μας, αλλά επειδή δημιουργεί έναν χώρο για να τη συναντήσουμε διαφορετικά.
Το κόστος της είναι συγκεκριμένο και χρειάζεται να μπορεί να συζητηθεί ανοιχτά.
Η αξία της, όμως, δεν περιορίζεται στα λεπτά μιας συνεδρίας. Μπορεί να φανεί αργότερα, σε όσα αρχίζουμε να κατανοούμε, στις σχέσεις που χτίζουμε και στις επιλογές που σταδιακά γίνονται περισσότερο δικές μας.